Με την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2026 στην υπόθεση Meliá (C-286/24), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προέβη σε σημαντική ερμηνεία του άρθρου 5(1) της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ (Οδηγία), το οποίο αφορά την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης για παραβάσεις του Δικαίου Ανταγωνισμού. Η απόφαση αγγίζει τον πυρήνα της αποτελεσματικότητας των εν λόγω αγωγών, ιδίως στις περιπτώσεις όπου οι ζημιωθέντες αδυνατούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονται αποκλειστικά στην κατοχή της επιχείρησης που έχει παραβιάσει το Δίκαιο Ανταγωνισμού.
Η υπόθεση είχε ως αφετηρία το αίτημα πορτογαλικής οργάνωσης καταναλωτών ενώπιον των δικαστηρίων της Πορτογαλίας για την κοινοποίηση εγγράφων που βρίσκονταν στην κατοχή της εταιρείας Meliá Hotels International, προκειμένου να αξιολογηθεί το ενδεχόμενο άσκησης συλλογικής αγωγής αποζημίωσης. Η αίτηση θεμελιώθηκε στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 21ης Φεβρουαρίου 2020 (AT.40528 – Meliá (Holiday Pricing)), με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ μέσω κάθετων συμφωνιών που περιόριζαν τον διασυνοριακό ανταγωνισμό. Στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής από το Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας (Supremo Tribunal de Justiça), το ΔΕΕ κλήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσον το άρθρο 5(1) της Οδηγίας εφαρμόζεται και σε αιτήματα κοινοποίησης αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται πριν από την άσκηση αγωγής αποζημίωσης, καθώς και ποιο είναι το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης που οφείλει να πληροί μια τέτοια αξίωση.
Στην απόφασή του, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 5(1) πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά, ώστε να καλύπτουν και αιτήματα κοινοποίησης αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλονται πριν την έγερση αγωγής αποζημίωσης, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο και το αίτημα συνδέεται με επικείμενη αξίωση αποζημίωσης. Η κρίση αυτή εδράζεται στη βούληση του ενωσιακού νομοθέτη να μην αποκλείει τις προκαταρκτικές αγωγές από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας. Κατά το ΔΕΕ, στενότερη ερμηνεία θα υπονόμευε τον σκοπό της Οδηγίας, ήτοι την ενίσχυση της αποτελεσματικής επιβολής του Δικαίου Ανταγωνισμού, καθώς θα καθιστούσε δυσχερέστερη την πρόσβαση των ζημιωθέντων στα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για θεμελίωση της αγωγής τους.
Στο ίδιο πλαίσιο αποσαφήνισης των προϋποθέσεων άσκησης αγωγής αποζημίωσης, το ΔΕΕ προσδιόρισε και τον ρόλο των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού 1/2003, τα εθνικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ως προς τη διαπίστωση ύπαρξης παράβασης του Δικαίου Ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένης της φύσης και της έκτασης αυτής, από ουσιαστική, προσωπική, χρονική και εδαφική άποψη.
Ωστόσο, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι μια τέτοια απόφαση, ακόμη και όταν αφορά συμπεριφορά που έχει χαρακτηριστεί ως εκ του αντικειμένου περιοριστική του ανταγωνισμού και έχει εκδοθεί στο πλαίσιο διαδικασίας διευθέτησης βάσει του άρθρου 9 του Κανονισμού 1/2003 (settlement procedure), δεν αρκεί αφ’ εαυτή για να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης. Η διαπίστωση της παράβασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ευθύνη προς αποζημίωση. Απαιτείται επιπλέον να προκύπτει η ύπαρξη ζημίας καθώς και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης και της ζημιάς.
Ειδικότερα, ο αιτητής πρέπει να πιθανολογήσει ότι υπέστη πραγματική ζημία, όπως ενδεικτικά, μέσω της καταβολής υψηλότερης τιμής, τον περιορισμό των επιλογών του ή τον αποκλεισμό του από ευνοϊκότερες προσφορές. Παράλληλα, πρέπει να προσκομίσει τεκμηριωμένη αιτιολόγηση, βάσει ευλόγως διαθέσιμων στοιχείων, για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του Δικαίου Ανταγωνισμού και της επικαλούμενης βλάβης. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί η διαπίστωση παράβασης. Παρόλο που σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται ποσοτικοποίηση της ζημίας, πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία που θα προσκομίσει ότι η παράβαση ήταν ικανή να επηρεάσει τα συμφέροντα του.
Αξιοσημείωτη είναι η διευκρίνιση του ΔΕΕ ως προς το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στο στάδιο της κοινοποίησης. Συγκεκριμένα, απέρριψε τον αυστηρό βαθμό απόδειξης «more likely than not», δηλαδή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities), ως προς την απόδειξη των προϋποθέσεων της αστικής ευθύνης, ιδίως της ύπαρξης ζημίας και της αιτιώδους συνάφειας.
Όπως τόνισε το ΔΕΕ, αρκεί η αξίωση να εμφαίνεται ως εύλογη και να στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που ο αιτητής έχει στη διάθεσή του. Με άλλα λόγια, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει εάν, βάσει των προσκομισθέντων στοιχείων, είναι ευλόγως υποστηρίξιμο ότι η διαπιστωθείσα παράβαση μπορούσε να προκαλέσει ζημία και ότι υφίσταται σύνδεση μεταξύ της παράβασης και της επικαλούμενης ζημίας.
Επομένως, το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται στο στάδιο κοινοποίησης αποδεικτικών στοιχείων είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό που απαιτείται προς απόδειξη της υπόθεσης εν τω συνόλω. Σε αυτό το στάδιο απαιτείται μόνο να πιθανολογηθεί ευλόγως ότι ο αιτητής υπέστη ζημιά, άμεσα προκληθείσα από την παράβαση, ούτως ώστε να μην καταστεί πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη η άσκηση δικονομικών μέτρων.
Παράλληλα, η απόφαση επιβεβαιώνει ότι το τεκμήριο ζημίας του άρθρου 17(2) της Οδηγίας, ενεργοποιείται μόνο σε περιπτώσεις καρτέλ, δηλαδή οριζόντιων συμπράξεων μεταξύ ανταγωνιστών, λόγω του μυστικού χαρακτήρα τους. Το μαχητό τεκμήριο ύπαρξης ζημίας δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις κάθετων συμπράξεων, όπως στην περίπτωση της υπόθεσης Meliá. Συνεπώς, ο απαιτούμενος βαθμός πιθανολόγησης όσον αφορά τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, απομένει να καταδειχθεί από τον αιτητή.
Στην απόφασή του, το ΔΕΕ τόνισε ότι η κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων περιορίζεται στο μέτρο που επιβάλλει η αρχή της αναλογικότητας. Προς τούτο, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να σταθμίζουν τα έννομα συμφέροντα των εμπλεκόμενων διαδίκων και τρίτων και να αξιολογούν κατά πόσο το αίτημα για κοινοποίηση είναι επαρκώς συγκεκριμένο και αναγκαίο για τη θεμελίωση της αξίωσης. Η διαδικασία δεν μπορεί να μετατραπεί σε αόριστη ή γενικευμένη αναζήτηση πληροφοριών (fishing expedition), αλλά πρέπει να περιορίζεται σε στοιχεία που συνδέονται ουσιαστικά με την προβαλλόμενη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με την παράβαση του Δικαίου Ανταγωνισμού. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την προστασία εμπιστευτικών ή ευαίσθητων επιχειρηματικών πληροφοριών.
Συνοψίζοντας, η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Meliá (C-286/24) αναδεικνύει τρία καίρια σημεία. Πρώτον, επιβεβαιώνεται ότι η αίτηση πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να υποβληθεί πριν την έγερση αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται επαρκώς προσδιορισμένη σύνδεση με επικείμενη αξίωση αποζημίωσης. Δεύτερον, η ύπαρξη απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που διαπιστώνει παράβαση του Δικαίου Ανταγωνισμού δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια των κρατών μελών ως προς τη διαπίστωση της παράβασης, δεν αρκεί όμως αφ’ εαυτή για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση. Ο αιτητής οφείλει να πιθανολογήσει, με εύλογο τρόπο, τόσο την πρόκληση ζημίας όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της προβαλλόμενης ζημίας. Τρίτον, το κριτήριο της ευλογοφάνειας (plausibility standard) που εφαρμόζεται στο στάδιο της κοινοποίησης αποδεικτικών στοιχείων είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό που απαιτείται κατά την εκδίκαση της αγωγής, αλλά δεν είναι τυπικό ή αυτόματο.
Συνολικά, η απόφαση του ΔΕΕ παρέχει κρίσιμες διευκρινίσεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης των ζημιωθέντων σε αποδεικτικά στοιχεία πριν την έγερση της κύριας αγωγής και ενισχύει την αποτελεσματικότητα της ιδιωτικής επιβολής του Δικαίου Ανταγωνισμού, χωρίς να διευρύνει ανεξέλεγκτα την κοινοποίηση αποδεικτικών στοιχείων. Παράλληλα, θέτει σαφή κριτήρια στα εθνικά δικαστήρια για τη στάθμιση της ανάγκης γνωστοποίησης αποδεικτικών στοιχείων έναντι της προστασίας των δικαιωμάτων των επιχειρήσεων, συμβάλλοντας έτσι στην μείωση της ασυμμετρίας πληροφόρησης και στην διαμόρφωση ενός συνεκτικότερου πλαισίου ιδιωτικής επιβολής του Δικαίου Ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

