1.1 Το δόγμα της μαχόμενης Δημοκρατίας στην Ε.Ε:
Δύο ήταν ανέκαθεν οι τρόποι με τους οποίους τα κράτη επέλεγαν να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς τους, δηλαδή πολιτικά κόμματα τα οποία έθεταν υπό απειλή τη φιλελεύθερη μορφή της δημοκρατίας. Ενίοτε κάποια κράτη παρατηρήθηκε να κρατούν στάση ανοχής, ενώ άλλα να λαμβάνουν θετικά μέτρα αντιμετώπισης των ακραίων αναδυόμενων αυτών τάσεων. Εναπόκειται στις κυβερνήσεις και τα Συντάγματα των κρατών για το ποια θα είναι η στάση που θα κρατήσουν.
Όσο αφορά τη στάση της Ε.Ε απέναντι στην ανάδυση των ακραίων ιδεολογικά πολιτικών κομμάτων φαίνεται ότι κοινή επιδίωξη της ήταν και παραμένει η δημιουργία ενός κοινού μετώπου αντιμετώπισης του φαινομένου. Η επικρατούσα άποψη θέτει τα Όργανα της Ε.Ε σε ρόλο προστάτη και ρυθμιστή της φιλελεύθερης δημοκρατίας όχι μόνο εντός των Οργάνων και Θεσμών της Ε.Ε, αλλά και εντός των κρατών-μελών[1] Πρόκειται για άποψη η οποία βρίσκει το κύριο έρεισμα της στον Γερμανό φιλόσοφο Jan Werner Müller. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, είναι υποχρέωση της Ε.Ε να επεμβαίνει ενεργά κάθε φορά που παρατηρείται έξαρση κάποιας ακραίας πολιτικής ιδεολογίας εντός κάποιου κράτους της Ε.Ε.
Αυτή η προληπτική δράση κρίνεται αναγκαία ώστε να μην επαναληφθεί ο πολιτικός φανατισμός που οδήγησε στον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο. Το γεγονός ότι με νόμιμες διαδικασίες ανέλαβαν την εξουσία ακραία εθνικιστικά κόμματα, με πρωτοστάτη τον Χίτλερ δεν είναι μία τυχαία συνθήκη, αλλά μπορεί να ιδωθεί ως αποτέλεσμα της ύπαρξης υπερδημοκρατίας. Δηλαδή, της ανυπαρξίας από πλευράς των συνταγμάτων της εποχής μέτρων καταστολής των ακραίων ιδεολογικών τάσεων.
Άρα, κατά αυτήν την άποψη η δημοκρατία οφείλει να είναι μάχιμη για να πειθαρχεί αυτές τις ακραίες τάσεις προτού λάβουν τρομακτικές διαστάσεις. Έτσι, προλαμβάνεται το ενδεχόμενο να εκλεγεί μία πολιτική δύναμη η οποία θα χρησιμοποιήσει τις συνταγματικές ελευθερίες με πρόθεση να τροποποιήσει το Σύνταγμα κατά τρόπο που θα περιορίσει τα θεμελιώδη δικαιώματα.[2]
1.2 Οι φραγμοί που τίθενται στην Ε,Ε ως προς την εφαρμογή του δόγματος της γνήσιας μάχιμης δημοκρατίας:
Ο βασικός φραγμός που τίθεται στην Ε.Ε ως προς το να καταπολεμήσει τα ακραία κόμματα που μπορεί να κυβερνήσουν σε ένα κράτος-μέλος είναι το γεγονός ότι έγκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμούν να εγκαταλείψουν την Ε.Ε. Δικαίωμα που απορρέει από το άρθρο 50, παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ε.Ε. Η εθελοντική συμμετοχή των κρατών στην Ε.Ε είναι το στοιχείο που μειώνει σημαντικά την ευχέρεια των Οργάνων της Ε.Ε να εφαρμόσουν στην ολότητα του δόγμα της μάχιμης δημοκρατίας.[3]
Tι συμβαίνει όμως στη περίπτωση που ένα κράτος-μέλος το οποίο παρότι κυβερνάται από ένα ακραίο ιδεολογικά κόμμα εμμένει στις θέσεις του δεν δείχνει καμία προθυμία να εγκαταλείψει εθελούσια την Ένωση;
Για αυτό το ζήτημα δεν υπάρχει συγκεκριμένη και σαφή νομοθετική ρύθμιση. Αυτό συμβαίνει διότι ενώ η Συνθήκη της Κοπεγχάγης του 1993 έθετε ως αναγκαίο στοιχείο για την ένταξη ενός κράτους στην Ένωση, την αφοσίωση και τη δέσμευση του στις αρχές του κράτους δικαίου, εντούτοις, όμως δεν έγινε ουδεμία πρόβλεψη για το φαινόμενο που έχει γίνει πλέον γνωστό ως << το δίλημμα της Κοπεγχάγης >>. Δηλαδή, ποια διαδικασία πρέπει τα Όργανα να ακολουθήσουν σχετικά με ένα κράτος-μέλος το οποίο << παραστράτησε >> από τις υποσχέσεις και τη δημόσια πολιτική που έκανε με την ένταξη του.
Υπάρχει στο οπλοστάσιο της Ε.Ε το άρθρο 7 της Συνθήκης της Ε.Ε. Είναι ένα άρθρο που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε στην ολότητα του. Το άρθρο αυτό εισάγει ρητή πρόνοια σχετικά με την αναστολή των δικαιωμάτων των κρατών-μελών τα οποία επίμονα παραβίαζαν με τον τρόπο διακυβέρνησης τους τις καίριες αξίες της Ένωσης. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που τα κράτη δεν αξιοποίησαν ποτέ την εν λόγω πρόνοια. Ο βασικότερος θα λέγαμε ότι είναι το γεγονός ότι η υιοθέτηση αυτής της πρόνοιας είναι πως ενδεχόμενη λήψη απόφασης αποπομπής μπορεί να εκληφθεί ως αιχμή στην έννοια της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών.[4]
Ας προστεθεί στα ανωτέρω ότι η εφαρμογή του άρθρου 7 συνιστά ένα έσχατο υψηλού βαθμού αυστηρότητας μέτρο. Για αυτόν τον λόγο τα Όργανα της Ε.Ε περιορίζονται στην εφαρμογή ηπιότερων μέτρων όπως λόγου χάρη τη θέσπιση κυρώσεων οικονομικού περιεχομένου στα κράτη-μέλη τα οποία σε συνταγματικό επίπεδο παρεκκλίνουν από τις θέσμιες δημοκρατικές αρχές. Είναι αναμενόμενο και εύλογο η Ε.Ε να προσπαθεί να ανεύρει τρόπους αντίστασης στην αυταρχική δημοκρατία, καθότι ο όλος σκοπός της δημιουργίας της Ένωσης ήταν για να συμβολίσει το τέλος από τη μακρόχρονη επικράτηση αυταρχικών, βίαιων καθεστώτων στη Γηραιά μας Ήπειρο.
1.3 Μαχόμενη Δημοκρατία στην Ελληνική Επικράτεια:
Η συνταγματική τάξη από τη Μεταπολίτευση και έως και πριν ανακύψει το φαινόμενη της Χ.Α δεν έθετε κανέναν περιορισμό στη διαδικασία σύστασης πολιτικού κόμματος. Παρόλο που απαιτούταν ανέκαθεν η έγκριση από τον Άρειο Πάγο για να συσταθεί ένα πολιτικό κόμμα, εντούτοις αυτή δινόταν δίχως να εξετάζονται επί της ουσίας οι θέσεις στο καταστατικό του.
Η συνθήκη αυτή της ελευθερίας έκφρασης πολιτικού λόγου δίχως περιορισμούς άρχισε σταδιακά να μεταβάλλεται από τη στιγμή που το κόμμα της Χ.Α άρχισε να αποκτά όλο και μεγαλύτερη ισχύ στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας, φτάνοντας μάλιστα στο απόγειο της πολιτικής του σταδιοδρομίας όταν εισήλθε τρίτο στο Κοινοβούλιο. Ο πολιτικός του λόγος, παρότι χαρακτηρίστηκε ως ρατσιστικός και μισαλλόδοξος από τη πλειονότητα των κομμάτων, με το να εκφράζουν τα στελέχη τους δημόσια τη δυσαρέσκεια τους, γινόταν ανεκτός.
Η πρώτη δράση διερεύνησης του πυρήνα και των σκοπών του κόμματος έγινε το 2012 από τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Νίκο Δένδια ο οποίος κατέθεσε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου 32 φακέλους που αφορούσαν πάνω από 70 έκνομες ενέργειες της Χ.Α, ζητώντας τη λήψη μέτρων[5] Ήταν η πρώτη φορά μετά την Μεταπολίτευση που ένα κόμμα αρχίζει να λογίζεται ως εχθρικό προς τη Δημοκρατία από τα υπόλοιπα κόμματα του Κοινοβουλίου. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν η απαρχή σε αυτό που μετεξελίχθηκε μετέπειτα στη τωρινή μορφή της μαχόμενης δημοκρατίας στην Ελληνική Επικράτεια.
Το πολιτικό σύστημα της χώρας πήρε ενεργό δράση στην αντιμετώπιση του φαινομένου Χ.Α μετά την δολοφονία του αντιστασιακού καλλιτέχνη Παύλου Φύσσα. Τα κορυφαία στελέχη παρά τη βουλευτική τους ιδιότητα συνελήφθησαν. Η Βουλή ήρε σχεδόν αμέσως τη βουλευτική τους ιδιότητα και τα εν λόγω στελέχη προφυλακίστηκαν. Έπειτα από μία μακρά δίκη τα στελέχη φυλακίστηκαν. Με την απόφαση που έκδωσε τον Οκτώβριο του 2020, το Δικαστήριο καταδίκασε χωρίς ελαφρυντικά τον ηγετικό πυρήνα της Χ.Α για τη σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Άρα, καταδικάστηκε στη βάση του αρ. 187 του Π.Κ ως εγκληματική οργάνωση.
Ο λόγος που επιλέχθηκε αυτό το μέσο καταστολής της δράσης αυτού του κόμματος ήταν διότι ήταν ο πιο αποτελεσματικός αν όχι και ο μόνος εφικτός, αν λάβουμε υπόψη ότι το Ελλ. Σύνταγμα δεν επιτρέπει την απαγόρευση κόμματος, ακόμη και με Νόμο. Εξ ού και ο Νόμος 509 ήταν εξ αρχής εκτός των πλαισίων του νόμου και επομένως δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση της Χ.Α.
Η στάση της Ελληνικής Δημοκρατίας της απαγόρευσης της ύπαρξης αυτού του κόμματος και της καταδίκης των βασικών στελεχών δικαιολογείται ως υποχρέωση της Δημοκρατίας να υπερασπιστεί τη σύσταση της όταν απειλείται από εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι επιθυμούν να καθυποτάξουν και να αλλοιώσουν τον δημοκρατικό της χαρακτήρα.
Η Δημοκρατία είναι δομημένη στην αρχή ότι εξουσιάζουν << οι πολλοί >>. Αυτό αποτελεί το στοιχείο της πλειοψηφίας. Είναι απαραίτητο όμως σε μια δημοκρατική πολιτεία αυτό το στοιχείο να συνυπάρχει με το στοιχείο της ελευθερίας. Επομένως, ο κίνδυνος σε μία δεδομένη στιγμή η φωνή της πλειοψηφίας να καταπνίξει αυτήν την μειοψηφίας αποτρέπεται από την αρχή της εν ισότητι ελευθερίας. Αυτό σημαίνει πως και όσοι ανήκουν στη μειοψηφία των πολιτών μίας κοινωνίας είναι ίσοι και απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με όσους βρίσκονται στην πλειοψηφία.[6] Στη βάση αυτών των αρχών δεν μπορεί να νομιμοποιείται ένα πολιτικό κόμμα το οποίο δεν σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες και το οποίο δεν περιορίζεται μόνο σε μισαλλόδοξο πολιτικό λόγο αλλά περνά και σε πράξεις βίας.
Βασική προϋπόθεση για την απαγόρευση ενός πολιτικού κόμματος όπως και της απαγόρευσης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι είναι να έχει προηγηθεί η αμετάκλητη καταδίκη για ορισμένα αδικήματα. Το αρ. 51, παρ. 3 του Συντάγματος δίδει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της εφαρμογής της Αρχής της Αναλογικότητας, για θεσμοθέτηση περιορισμών στο εκλογικό δικαίωμα και για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τα εγκλήματα που πρέπει να έχουν τελεστεί πρέπει να ενέχουν το στοιχείο της υψηλής ηθικής απαξίας.
Για την απαγόρευση ενός πολιτικού κόμματος αλλά και ενός προσώπου να διεκδικήσει δημόσιο αξίωμα, αρμόδιο να αποφασίσει για αυτό το ζήτημα είναι ο Άρειος Πάγος. Παρόλο που αν ερμηνευόταν το αρ. 29 παρ. 1 του Συντάγματος με τη γραμματική του έννοια θα μπορούσε να εφαρμοστεί με αυστηρή κρίση και κριτήρια η πρόνοια για την είσοδο των πολιτικών κομμάτων που δεν << εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος >>, εντούτοις αυτή η πρόνοια ποτέ δεν έτυχε εφαρμογής υπό αυτό το ερμηνευτικό πρίσμα.
Ο εξ Ελλάδος νομοθέτης δεν επιθυμεί να μεταβάλλει τον στοιχειώδη χαρακτήρα της Δημοκρατίας ως φιλελεύθερη και αντί να θέσει ριζικές μεταρρυθμίσεις, αξιοποιεί κυρίως τα μέσα που του δίδονται από τον Ποινικό Κώδικα. Έτσι διαφυλάσσεται η διατήρηση του Κράτους Δικαίου και η Δημοκρατία δεν χάνει τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της. Την ίδια στιγμή όμως δεν επιτρέπεται σε μη δημοκρατικά κόμματα να χρησιμοποιούν τις θεσμικές εγγυήσεις ως μέσο επίθεσης στη Δημοκρατία.
1.4 Η Ελλάδα ακολουθεί την ευρωπαϊκή τάση της μαχόμενης δημοκρατίας:
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανοιχτά τάχθηκε κατά του κόμματος της Χ.Α, χαρακτηρίζοντας το ως ένα κόμμα το οποίο χρησιμοποιεί απροκάλυπτα εθνικιστική και άντι-μεταναστευτική ρητορική, εκμεταλλευόμενο τη κατάσταση των πολιτών συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Η δήλωση προχωρά αναφέροντας ότι είναι επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας ισχυρής πολιτικής βούλησης προκειμένου να απομονωθεί και να περιθωριοποιηθεί αυτό το πολιτικό κόμμα.[7]
Οι άνω δηλώσεις συνιστούν ευθεία προτροπή προς την εφαρμογή ενός πιο ισχυρού νομοθετικού πλαισίου και μεταστροφής της Ελλάδας προς το μοντέλο της μάχιμης δημοκρατίας. Ας αναφερθεί ότι το ΕΔΑΔ αποδέχτηκε να εφαρμοστεί ο πιο δραστικός περιορισμός, ήτοι η αναγκαστική δικαστική διάλυση των αντιδημοκρατικών κομμάτων.(βλέπετε μεταξύ άλλων απόφαση για το πολιτικό κόμμα Refah Partisi ).
1.5 Η Κυπριακή Δημοκρατία ακολουθεί τη μάχιμη ή την ανεκτική δημοκρατία;
Η Κυπριακή Δημοκρατία δίδει την εντύπωση ενός κράτους που έχει υιοθετήσει το ανεκτικό μοντέλο δημοκρατίας. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια στο Κυπριακό Σύνταγμα που να αναφέρεται σε λόγους απόκλισης από αυτήν την θέση και απαγόρευσης κάποιου κόμματος.
Αυτή η << χαλαρότητα >> αντιμετώπισης του ζητήματος είναι υποφαινόμενη. Αυτό συμβαίνει διότι στα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος τα οποία δεν επιδέχονται τροποποίησης γίνεται αναφορά στην αρμονική συνύπαρξη των Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου. Οι διατάξεις αυτές και ο αναγκαστικός τους χαρακτήρας έχουν αδρανοποιήσει λόγω του Δικαίου της Ανάγκης το οποίο τίθεται σε ισχύ για όσο θα διαρκεί η παράνομη στρατιωτική κατοχή σχεδόν του μισού εδάφους της Δημοκρατίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μπορούν να παραβιαστούν ή να αντικατασταθούν τα εν λόγω άρθρα που αφορούν τις δύο Κοινότητες. Ένα κόμμα εθνικιστικό δεν θα έθετε αυτές τις συνταγματικές εγγυήσεις σε κίνδυνο;
Στην Κύπρο η κατάσταση δεν έχει λάβει ποτέ παρόμοιες διαστάσεις καθότι δεν έχει κάνει ποτέ την εμφάνιση του ένα κόμμα το οποίο να περνά το όριο της συνταγματικής ελευθερίας ως προς τη δράση του. Για το ΕΛΑΜ είχαν γίνει κατά καιρούς συζητήσεις τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο σχετικά με τη νομιμότητα του κόμματος, οι οποίες όμως ποτέ δεν απασχόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, αλλά ούτε και των πολιτικών κομμάτων.
Με αφορμή το ΕΛΑΜ μας δίδεται η ευκαιρία να αναλύσουμε ένα ακόμη ζήτημα το οποίο αφορά το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται τα κόμματα αυτού του τύπου. Βρισκόμαστε σε μία εποχή όπου αυτού του είδους τα κόμματα πληθαίνουν και σε πολλά κράτη-μέλη έχουν αναλάβει την εξουσία ή απαρτίζουν την αντιπολίτευση. Πρόκειται για ηγέτες οι οποίοι έχουν λάβει τις ψήφους για να εκλεγούν από μεγάλο μέρος των πολιτών των κρατών τους. Με το να προσπαθεί η Ε.Ε να θέσει στο περιθώριο ηγέτες όπως ο Όρμπαν δεν είναι σαν να ακυρώνει την ψήφο των πολιτών που τον εμπιστεύτηκαν;
Αυτή είναι και η βάση όπως και η φιλοσοφία πάνω στην οποία στηρίζεται η ανεκτική δημοκρατία, η οποία κάνει σεβαστή την επιθυμία του λαού όπως αυτή εκφράζεται μέσω της βούλησης του. Η ιδέα ότι τα κόμματα θα υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο δεν εδράζεται στη φιλοσοφία του εξελικτικού συνταγματισμού. Ένα κράτος το οποίο τηρεί τις αρχές της ανεκτικής δημοκρατίας δεν επεμβαίνει ποτέ και με κανέναν τρόπο στην βούληση των πολιτών. Την αφήνει να εξελίσσεται και να διαμορφώνεται ανενόχλητα και απλώς λαμβάνει τον ρόλο του παρατηρητή στις εξελίξεις. Πολλοί θα συμφωνήσουν ότι αυτή δεν είναι η θεμιτή στάση, μήτε η ιδανική και χρήσιμη στάση που θα πρέπει να κρατάει η Πολιτεία. Αυτό διότι, επιτρέποντας αυτήν την ανεξέλεγκτη δράση πολιτικών κομμάτων πάσης ιδεολογίας η δημοκρατία θα αυτοαναιρούταν, αλλά προπαντός θα παραβίαζε τα ίδια τα θεμελιώδη δικαιώματα του Συντάγματος.
Αναζητώντας μία λύση θα λέγαμε πως η απάντηση βρίσκεται στην εξισορρόπηση μεταξύ διαφόρων ακραίων καμία φορά πολιτικών απόψεων. Το ζητούμενο είναι να μην διώκονται οι αντιλήψεις και οι ιδεολογίες που προβάλλει ένα κόμμα παρά μόνο αν αυτές φανερά ξεσηκώνουν τον λαό σε επίθεση άλλης κοινωνικής ομάδας, μειονότητας κ.τ.λ.
Οπότε το ζητούμενο για να τεθεί ένα πολιτικό κόμμα στην κατηγορία των έκνομων κομμάτων είναι το να παρακινεί ευθέως τους ψηφοφόρους του σε πράξεις βίας.
[1] Σελ. 77 Επιμ. Jan Komarek:<< European Constitutional Imaginaries: Between Ideology and Utopia. >>.
[2] Σελ. 78 Επιμ. Jan Komarek:<< European Constitutional Imaginaries: Between Ideology and Utopia. >>.
[3] Σελ. 119 << Is the EU a militant democracy? Democratic backsliding and EU disintegration >>, άρθρο από τον Tom Theuns, δημ. Cambridge University Press.
[4] Σελ. 153 << << Is the EU a militant democracy? Democratic backsliding and EU disintegration >>, άρθρο από τον Tom Theuns, δημ. Cambridge University Press. >>.
[5] Σελ. 442 << Δύο βήματα μπρος, ένα πίσω >>, Νίκος Αλιβιζάτος, εκδ. Μεταίχμιο.
[6] Σελ. 36 << Συνταγματικό Δίκαιο >>, Σάκκουλα 2018, Φίλιππος Σπυρόπουλος.
[7] << Στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων και απαγόρευση πολιτικών κομμάτων- Το συνταγματικό πλαίσιο>>, Νομική Βιβλιοθήκη, Περιοδικό Συνήγορος, δημ. 5/2020, σελ.25, Βλαχόπουλος Σπύρος.

