Ανθρώπινα Δικαιώματα: Περιορισμοί και παρεκκλίσεις

Στόχος του παρόντος Άρθρου είναι να εξηγήσει βασικές έννοιες του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με απώτερο σκοπό να καταδείξει ότι ο περιορισμός ενός δικαιώματος δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και παραβίαση του.    

Κάθε ανθρώπινο δικαίωμα επιβάλλει στα Κράτη, εν προκειμένω στην Κυπριακή Δημοκρατία, υποχρεώσεις. Ένα ανθρώπινο δικαίωμα θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα ατομικό σωματίδιο που αποτελείται από τον πυρήνα και το ηλεκτρονικό νέφος που περιβάλλει τον πυρήνα του.[1] Ο ‘πυρήνας’ και το ‘ηλεκτρονικό νέφος’ περιέχουν τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το εν λόγω δικαίωμα στα Κράτη. Ωστόσο, το ‘ηλεκτρονικό νέφος’ μπορεί να περιοριστεί μέσω νομοθετικά προβλεπόμενων ειδικών διατάξεων, ενώ το Κράτος μπορεί να παρεκκλίνει από τον πυρήνα του δικαιώματος μόνο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Ο πυρήνας ενός δικαιώματος καθορίζεται από το σκοπό του υπό εξέταση δικαιώματος.[2]

Εντούτοις, υπάρχουν και δικαιώματα για τα οποία δεν επιτρέπεται ούτε περιορισμός του ‘ηλεκτρονικού τους νέφους’ ούτε παρέκκλιση από τον πυρήνα τους. Πρόκειται για τα λεγόμενα «απόλυτα δικαιώματα». Απόλυτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε επιτρέπονται παρεκκλίσεις από αυτό ακόμη και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Ένα απόλυτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στην ελευθερία από κάθε μορφής βασανιστήρια, ήτοι το δικαίωμα που πηγάζει από την αρχή της απαγόρευσης των βασανιστηρίων.[3] Τα απόλυτα δικαιώματα πηγάζουν κυρίως από κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens norms).[4] Τα ανθρώπινα δικαιώματα στην πλειοψηφία τους δεν είναι απόλυτα και επομένως μπορούν να περιοριστούν.

Ο περιορισμός, εν προκειμένω αναφορικά με μη απόλυτο δικαίωμα, θα αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος αν επεκτείνεται και στον πυρήνα του. Οι περιορισμοί πρέπει να περιγράφονται στο νόμο (1), να αποσκοπούν σε νόμιμο σκοπό (2) και να είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία (3). Πρόκειται για τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε ο περιορισμός να μην συνιστά παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος. Το κριτήριο της αναγκαιότητας συχνά συνδέεται με το κριτήριο της αναλογικότητας. Το τεστ της αναλογικότητας επιβάλλει τη συνεκτίμηση του επιδιωκόμενου σκοπού του περιοριστικού μέτρου, τη φύση και σημασία του δικαιώματος που επηρεάζεται καθώς και το βαθμό στον οποίο το δικαίωμα αυτό περιορίζεται. Οι περιορισμοί που διατυπώνονται δια ειδικών διατάξεων παρέχουν ρητά περιστάσεις στις οποίες η απόλαυση του δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί. Οι ρηθείσες διατάξεις μπορεί να διατυπώνονται ξεχωριστά για κάθε δικαίωμα, όπως για παράδειγμα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), ή να περιέχονται ως γενική πρόνοια που αφορά το σύνολο μιας Σύμβασης ή Συνθήκης, όπως για παράδειγμα το Άρθρο 29(2) της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.[5]

Ωστόσο, οι εν λόγω νομοθετικά προβλεπόμενοι περιορισμοί δεν δίνουν στο Κράτος τη δυνατότητα κατάχρησης των δικαιωμάτων, αλλά σκιαγραφούν τον σκοπό του δικαιώματος καθορίζοντας το κατώτατο επιτρεπτό επίπεδο προστασίας ενός δικαιώματος, ήτοι την ελάχιστη επιτρεπόμενη μεταχείριση του υπό εξέταση δικαιώματος.

Οι παρεκκλίσεις επιτρέπουν στο Κράτος να αναστείλει ορισμένες υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από το επηρεαζόμενο δικαίωμα. Τέτοιες παρεκκλίσεις είναι διαθέσιμες στο Κράτος σε περιορισμένες περιπτώσεις, όπως σε περίπτωση δημόσιας έκτακτης ανάγκης όπου υπάρχει απειλή για την ζωή του έθνους ή υπάρχει δημόσιος κίνδυνος (ΕΣΔΑ, Άρθρο 15). Ωστόσο, για παράδειγμα, μια ένοπλη σύγκρουση δεν θα δικαιολογεί αυτόματα την αναγνώριση της δημόσιας έκτακτης ανάγκης. Εντούτοις, δεδομένου ότι διαπιστώνεται κατάσταση δημόσιας έκτακτης ανάγκης, οι παρεκκλίσεις πρέπει να καθορίζουν την εδαφική και χρονική τους εμβέλεια και να διαρκούν μόνο όσο διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση. Επιπλέον, ακόμη και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, το Κράτος πρέπει να παρέχει διορθωτικά μέτρα σε άτομα τα δικαιώματα των οποίων ενδέχεται να έχουν παραβιαστεί.

Επομένως, κάθε δικαίωμα φέρει μαζί του υποχρεώσεις προς το Κράτος. Από τις εν λόγω υποχρεώσεις διαχωρίζουμε τις ελάχιστες βασικές υποχρεώσεις. Αυτές οι ελάχιστες βασικές υποχρεώσεις καθιερώνουν τον πυρήνα κάθε δικαιώματος, ήτοι καθιερώνουν το ελάχιστο βασικό επίπεδο προστασίας κάθε δικαιώματος. Παρέκκλιση από το ελάχιστο βασικό επίπεδο προστασίας του δικαιώματος συνιστά παραβίαση του εκτός αν πρόκειται για μέτρο που λαμβάνεται από το Κράτος κατά την αντιμετώπιση μιας κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η νομική διεργασία για την διαπίστωση της ύπαρξης «έκτακτης ανάγκης» ή για την εξέταση της νομιμότητας της διαπίστωσης αυτής καθώς και των μέτρων που λαμβάνονται υπό το καθεστώς αυτής, δεν είναι δυνατόν να είναι αποτέλεσμα μελέτης και ερμηνείας μόνο του κειμένου του Συντάγματος. Επιβάλλεται να ανατρέξουμε στο κείμενο της ΕΣΔΑ (Άρθρο 15), στη νομολογία του ΕΔΑΔ, στις Διεθνείς Συνθήκες στις οποίες το Κράτος είναι Μέρος καθώς και στις δράσεις των εποπτικών οργάνων αυτών, στις εργασίες διαφόρων Διεθνών Οργανισμών και στους κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου. Τούτο διότι, για παράδειγμα, δεν μπορούμε αφενός να ανατρέχουμε σε Ευρωπαϊκές ή Διεθνείς Συμβάσεις και σε εθιμικούς κανόνες για την κατοχύρωση της απόλαυσης ενός ανθρώπινου δικαιώματος και αφετέρου να παραβλέπουμε τις πρόνοιες των εν λόγω Συμβάσεων ή κανόνων όταν πρόκειται για επιτρεπόμενη παρέκκλιση. Τέτοια επιλεκτική συμπεριφορά τυχόν να δημιουργήσει μια κατάσταση θυσίας της κρατικής μηχανής στο βωμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εν τέλει θα είναι ζημιογόνος για την προστασία τους παρά ευεργετική.

Συνοψίζοντας, ένα ανθρώπινο δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί μέσω ειδικών διατάξεων (περιορισμοί) ή κατά παρέκκλιση σε περιόδους έκτακτης ανάγκης. Περιορισμός ενός δικαιώματος δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με παραβίαση του. Η παρέκκλιση από δικαιώματα σε περιόδους έκτακτης ανάγκης επιτρέπεται, εκτός αν πρόκειται για απόλυτο δικαίωμα. Η παρέκκλιση αφορά τον πυρήνα του δικαιώματος. Ωστόσο, παρόλο που η παρέκκλιση από ένα δικαίωμα επιτρέπεται, το Κράτος υποχρεούται να παρέχει διορθωτικά μέτρα στα άτομα των οποίων τα δικαιώματα τους έχουν επηρεαστεί.


[1] Πέραν της χρήσης του όρου «πυρήνας» κατά την παρούσα παρομοίωση, ο όρος «πυρήνας» ενός ανθρώπινου δικαιώματος αποτελεί βασική έννοια στο δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

[2] Η σκιαγράφηση του σκοπού ενός δικαιώματος είναι αποτέλεσμα μελέτης της ιστορίας και της γένεσης του υπό εξέταση δικαιώματος, των προπαρασκευαστικών πράξεων και εργασιών για την συνθηκολόγηση του Συμφώνου ή Εγγράφου στο οποίο διατυπώνεται το εν λόγω δικαίωμα, του σκοπού του ίδιου του νομικού κειμένου που περιέχει το εν λόγω δικαίωμα, καθώς και των εργασιών, εκθέσεων και εισηγήσεων των μηχανισμών εποπτείας των διαφόρων συνθηκών, π.χ.  Γενικά Σχόλια (General Comments) της Επιτροπής για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα που εποπτεύει την εφαρμογή από τα Κράτη του αντίστοιχου Διεθνούς Συμφώνου. Επίσης απαραίτητη είναι η μελέτη της νομολογίας, εθνικών, περιφερειακών ή διεθνών δικαστηρίων, αν υπάρχουν, όπως για παράδειγμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ).

[3] Καθοδηγητική είναι η απόφαση του ΕΔΑΔ στην Chahal v United Kingdom [1996].

[4] Διευκρινίζεται ότι δεν αποτελούν όλα τα απόλυτα δικαιώματα κανόνες αναγκαστικού δικαίου, αλλά όταν οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου ‘μεταφράζονται’ σε δικαιώματα, τα εν λόγω δικαιώματα είναι απόλυτα. 

[5] Για τους σκοπούς του παρόντος Άρθρου δεν θα γίνει συζήτηση για την δεσμευτικότητα ή μη της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,