Η αρχή της ανάγκης

Δημοσίευσα χθες ένα άρθρο για τον μηδενικό νόμο της Κύπρου. Η ιδιαίτερη φύση του κυπριακού δικαίου της ανάγκης, αλλά και η διαφοροποίηση του από μορφές κρατικού καταναγκασμού ή παρέμβασης, παραγνωρίζεται ολοσχερώς στις αναλύσεις ιδεολογικών επικριτών του, οι οποίοι επικρίνοντας το δίκαιο της ανάγκης επικρίνουν ουσιαστικά, ως θέμα πολιτικής άποψης, όλες τις πολιτικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνούν και οι οποίες δεν θα μπορούσαν να είχαν καταστεί εφικτές χωρίς την ύπαρξη κράτους που να λειτουργεί με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Οι κριτικές αυτές μελέτες συγχέουν μεταξύ του δικαίου της ανάγκης ως αρχής που επιτρέπει τη λήψη μέτρων όταν αυτό θα ήταν συνταγματικά αδύνατο και των ίδιων των λαμβανόμενων μέτρων, περιλαμβανομένης και της πολιτικής αποτίμησης της ανάγκης που οδήγησε στη λήψη των μέτρων. Μια κριτική παρόμοιας φύσης όμως είναι εκ των πραγμάτων στρεβλή, εφόσον ουσιαστικά καταλήγει να θεωρεί το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν μετέχουν στη διακυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως απότοκο του δικαίου της ανάγκης, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο: η γενεσιουργός αιτία του δικαίου της ανάγκης είναι ακριβώς η μη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στα όργανα εξουσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά τα γεγονότα του 1963-1964. Άλλωστε είναι το δίκαιο της ανάγκης που συνιστά τον μηχανισμό με τον οποίο έχουν εισαχθεί στην κυπριακή έννομη τάξη κανόνες δικαίου που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων όταν οι κρίσιμες συνταγματικές διατάξεις αδυνατούν να λειτουργήσουν και κατά συνέπεια η κριτική ότι η υιοθέτηση του δικαίου της ανάγκης συνεπάγεται και άσκηση συγκεκριμένης ιδεολογίας είναι αβάσιμη.

Το δίκαιο της ανάγκης δεν προδιαγράφει απαραίτητα συγκεκριμένο τύπο ή τρόπο πολιτικής λειτουργίας. Το δίκαιο της ανάγκης καθιστά απλώς δυνατή τη λήψη αποφάσεων από τα αρμόδια όργανα της πολιτείας, όταν η λειτουργία των συνταγματικών μηχανισμών καθίσταται αδύνατη: δεν προϋποθέτει αντίθετα ότι τα αρμόδια πολιτειακά όργανα θα ασκήσουν τις εξουσίες τους με συγκεκριμένο τρόπο, πέραν του ελέγχου ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια της ανάγκης. Ως ορθά τόνισε στην Ibrahim ο Τριανταφυλλίδης Δ.: «η απόφαση αυτή δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει εμμέσως επιλύσει άλλα προβλήματα πέραν εκείνων που έπρεπε να αποφασιστούν σε αυτές τις υποθέσεις». Η υιοθέτηση του δικαίου της ανάγκης ως μεθοδολογικού εργαλείου δεν αποσκοπεί επομένως σε υιοθέτηση γενικών απόψεων ως προς τη φύση και λειτουργία του κυπριακού κράτους, αντικείμενο που παραμένει εντός του πεδίου απόφασης της πολιτικής εξουσίας ως θέμα πολιτικό και όχι ως θέμα δικαίου της ανάγκης.

Η κατάσταση ανάγκης άλλωστε γίνεται γενικά αποδεκτή ως εθιμικός κανόνας στο διεθνές δίκαιο με την έννοια της διασφάλισης μιας κρατικής οντότητας ή ενός ολόκληρου πληθυσμού. Η κατάσταση ανάγκης μέσα στο πλαίσιο αυτό συνεπάγεται την κατάσταση κατά την οποία ο μόνος τρόπος διασφάλισης των αναγκαίων συμφερόντων του κράτους, τα οποία απειλούνται από ένα σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, είναι η υιοθέτηση συμπεριφοράς που να βρίσκεται σε αντίθεση με τις διεθνείς της υποχρεώσεις έναντι ενός άλλου κράτους. Η ανασηματοδότηση της έννοιας της ανάγκης από τον Ειδικό Εισηγητή περί Κρατικής Ευθύνης της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου Roberto Ago το 1980, ο οποίος καθόρισε την ανάγκη ως αρχή συνδεδεμένη με την δίκαιη και ακριβοδίκαιη εφαρμογή του νόμου και όχι απλώς με την άσκηση ωμής κρατικής δύναμης. Η κωδικοποίηση των αρχών της ανάγκης από τον Ago, αν και σε μορφή προσχεδίου, έγινε αποδεκτή από το Διεθνές Δικαστήριο στην απόφαση του στην  Gabcikovo-Nagymaros το 1997, το οποίο έκρινε ότι η αρχή της ανάγκης, ως προκαταρκτικά κωδικοποιήθηκε από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου, συνιστούσε εθιμικό κανόνα του διεθνούς δικαίου.

Η ανάγκη κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 25 των Άρθρων της Διεθνούς Επιτροπής Δικαίου για την Ευθύνη Κρατών και έτυχε ιδιαίτερης εξέτασης τα τελευταία χρόνια μετά την οικονομική κρίση στην Αργεντινή, η οποία την υποχρέωσε να λάβει μέτρα έκτακτης ανάγκης τα οποία επηρέαζαν τους ξένους επενδυτές με τους οποίους η χώρα είχε συνάψει συμφωνίες. Η Αργεντινή κατά την εκδίκαση αγωγών ενώπιον του Διεθνούς Κέντρου για την Επίλυση Επενδυτικών Διαφορών (ICSID) ήγειρε τον ισχυρισμό ότι οι ενέργειες της δικαιολογούνταν στη βάση των αρχών της ανάγκης. Για την εφαρμογή του άρθρου 25 θα πρέπει τα μέτρα που λήφθηκαν: α) να είναι τα μόνα που διασφαλίζουν ένα ουσιώδες συμφέρον από ένα σοβαρό και άμεσο κίνδυνο και β) να μη θίγουν σοβαρά ένα ουσιώδες συμφέρον του κράτους ή της διεθνούς κοινωνίας ως συνόλου. Σε κάθε περίπτωση η ανάγκη δεν μπορεί να τύχει επίκλησης, αν η επίδικη διεθνής υποχρέωση αποκλείει μια παρόμοια δυνατότητα ή αν το κράτος έχει συμβάλει στη γένεση της ανάγκης.

Τα κριτήρια που τέθηκαν στο άρθρο 25 δεν διαφοροποιούνται στην ουσία τους από τις τέσσερις προϋποθέσεις εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης όπως καθορίστηκαν από τον δικαστή Ιωσηφίδη στην Ibrahim, ήτοι: i) να υφίσταται επιτακτική και αναπόφευκτη ανάγκη ή εξαιρετικές περιστάσεις, ii) να μην υπάρχει η δυνατότητα εφαρμογής οποιασδήποτε εναλλακτικής θεραπείας, iii) τα μέτρα που λαμβάνονται να είναι ανάλογα με την ανάγκη (αναλογικότητα) και iv) τα μέτρα να είναι προσωρινού χαρακτήρα και να διαρκούν όσο και οι εξαιρετικές περιστάσεις. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε στην Ibrahim την αρχή του δικαστικού ελέγχου της ορθής εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης, τονίζοντας πως οποιαδήποτε αυθαιρεσία της νομοθετικής ή εκτελεστικής εξουσίας στο όνομα του δικαίου της ανάγκης δεν θα πρέπει να γίνει ανεκτή. Το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να νομιμοποιήσει με γενική εφαρμογή όλα τα μέτρα που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια ισχύος μιας συγκεκριμένης κατάστασης ανάγκης, αλλά θα πρέπει να αποδεικνύεται πως οι προϋποθέσεις για την επίκλησή του υφίστανται σε σχέση με κάθε συγκεκριμένη νομοθετική ή διοικητική πράξη. Ο δικαστικός έλεγχος και η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας υπήρξε σύμφωνος με την απαίτηση όπως η ανάγκη αντιμετωπίζεται ως νομική αρχή και όχι ως πολιτικό επιχείρημα.

Το δίκαιο της ανάγκης οδήγησε επομένως σε αλλαγή παραδείγματος, όχι βέβαια με την έννοια της επιστημονικής επανάστασης που περιγράφει ο Κουν, αλλά με την έννοια της μεταβολής του πλαισίου λειτουργίας του Συντάγματος και κατ’ επέκταση της πολιτείας. H Ibrahim συνιστούσε μεταβολή του υπέρτατου κανόνα αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από την εισαγωγή ενός μηδενικού νόμου στο Σύνταγμα. Η Ibrahim πλέον ήταν το νέο παράδειγμα, δηλαδή το πλαίσιο για τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας και την έκδοση νεότερων αποφάσεων, οι οποίες να προσθέτουν στο εύρος και τις λεπτομέρειες εντός των οποίων το παράδειγμα εφαρμόζεται. Οι πολιτειακοί αξιωματούχοι, οι δικαστές, οι πολίτες πλέον λειτουργούσαν εντός του νέου παραδείγματος που εγκαθιδρύθηκε με την Ibrahim και η συζήτηση διεξάγεται με τη νέα ορολογία, η οποία αν και κατ’ εξοχήν κυπριακή, πλέον χρησιμοποιείται ως αυτονόητη από όλους τους δρώντες της κυπριακής πολιτείας. Χωρίς το παράδειγμα δεν υπάρχει πολιτεία και ως εκ τούτου η ορθή εφαρμογή του παραδείγματος συνδέεται με την ίδια την υπόσταση και επιβίωση της πολιτείας. Η μεταβολή του προηγούμενου παραδείγματος ανασηματοδότησε τα προηγούμενα προβλήματα μέσα από την εισαγωγή καινούριων οπτικών και νέων ερωτημάτων που αντικαθιστούν τα παλιά. Τα νέα εγχειρίδια ξαναγράφονται στη βάση του νέου παραδείγματος χωρίς το οποίο δεν μπορεί τίποτα να γίνει κατανοητό. Όπως τώρα θα ξαναγράψουμε τα εγχειρίδια για να κατανοήσουμε πως η προστασία της δημόσιας υγείας περιστέλλει τα ατομικά δικαιώματα και καταστρέφει την οικονομία.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,